κυβερνοϋγιεινή
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία el
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηνιειγυονρεβυκ
κυβερνοϋγιεινή θηλυκό
- (νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά), πληροφορικήΚατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)) το σύνολο των πρακτικών και των συνηθειών που ακολουθούν οι εργαζόμενοι, οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις για να προστατεύσουν τα μηχανογραφικά συστήματα, τις συσκευές και τα δεδομένα τους από διαδικτυακές απειλές
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
κυβερνοϋγιεινή
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κυβερνο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)