κυβερνώντες
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | οι | κυβερνώντες | ||
| γενική | των | κυβερνώντων | ||
| αιτιατική | τους | κυβερνώντας | ||
| κλητική | κυβερνώντες | |||
| όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- κυβερνώντες < ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυβερνών
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σετνωνρεβυκ
κυβερνώντες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) αυτοί που κυβερνούν, η κυβέρνηση
Μεταφράσεις
κυβερνώντες
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρχαιόκλιτα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρχαιόκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)