κυκλοφορικό σύστημα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κυκλοφορικό σύστημα < → δείτε τις λέξεις κυκλοφορικός και σύστημα
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμητσυσοκιροφολκυκ
κυκλοφορικό σύστημα ουδέτερο
- (βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά), φυσιολογίαΚατηγορία:Φυσιολογία (νέα ελληνικά)) ο μηχανισμός και η διάταξη οργάνων που αφορούν την κυκλοφορία του αίματος. Αποτελείται από τα αιμοφόρα αγγεία, την καρδιά και το αίμα.
Άλλες μορφές
- ΚΣ (συντομομορφή)
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
κυκλοφορικό σύστημα
|
|