κυματογεννήτρια
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κυματογεννήτρια < κύματ(ος) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + γεννήτρια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρτηννεγοταμυκ
κυματογεννήτρια θηλυκό
- γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την κινητική ενέργεια παφλασμού των κυμάτων
Μεταφράσεις
κυματογεννήτρια
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)