κυστεουρητηρικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυστεουρητηρικός η κυστεουρητηρική το κυστεουρητηρικό
      γενική του κυστεουρητηρικού της κυστεουρητηρικής του κυστεουρητηρικού
    αιτιατική τον κυστεουρητηρικό την κυστεουρητηρική το κυστεουρητηρικό
     κλητική κυστεουρητηρικέ κυστεουρητηρική κυστεουρητηρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυστεουρητηρικοί οι κυστεουρητηρικές τα κυστεουρητηρικά
      γενική των κυστεουρητηρικών των κυστεουρητηρικών των κυστεουρητηρικών
    αιτιατική τους κυστεουρητηρικούς τις κυστεουρητηρικές τα κυστεουρητηρικά
     κλητική κυστεουρητηρικοί κυστεουρητηρικές κυστεουρητηρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κυστεουρητηρικός < κύστη + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ουρητήρας + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) cystourethral)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιρητηρυοετσυκ

κυστεουρητηρικός

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιρητηρυοετσυκ
Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)