κυτοπλασματικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυτοπλασματικός η κυτοπλασματική το κυτοπλασματικό
      γενική του κυτοπλασματικού της κυτοπλασματικής του κυτοπλασματικού
    αιτιατική τον κυτοπλασματικό την κυτοπλασματική το κυτοπλασματικό
     κλητική κυτοπλασματικέ κυτοπλασματική κυτοπλασματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυτοπλασματικοί οι κυτοπλασματικές τα κυτοπλασματικά
      γενική των κυτοπλασματικών των κυτοπλασματικών των κυτοπλασματικών
    αιτιατική τους κυτοπλασματικούς τις κυτοπλασματικές τα κυτοπλασματικά
     κλητική κυτοπλασματικοί κυτοπλασματικές κυτοπλασματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κυτοπλασματικός < κυτόπλασμα

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταμσαλποτυκ

κυτοπλασματικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταμσαλποτυκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά