κυτταρική διαίρεση
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κυτταρική διαίρεση < → δείτε τις λέξεις κυτταρικός και διαίρεση μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) cell division)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησεριαιδηκιραττυκ
κυτταρική διαίρεση θηλυκό
- (βιολογία)Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) βιολογική διεργασία κατά την οποία ένα «μητρικό» κύτταρο διαιρείται σε δύο (ή περισσότερα) «θυγατρικά» κύτταρα, με την προϋπόθεση ότι προηγουμένως έχει αντιγραφεί το γενετικό του υλικό· αποτελεί τη βάση της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και της ανανέωσης ιστών
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
κυτταρική διαίρεση
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)