κύκλος εργασιών
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κύκλος εργασιών < → δείτε τις λέξεις κύκλος και εργασιών γενική πληθυντικού του εργασία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#νωισαγρεσολκυκ
κύκλος εργασιών ουδέτερο
- (λογιστική)Κατηγορία:Λογιστική (νέα ελληνικά) το σύνολο των καθαρών πωλήσεων ή/και τιμολογήσεων μιας επιχείρησης, ενός ελεύθερου επαγγελματία, ενός επιτηδευματία μη συμπεριλαμβανομένων των φόρων (πχ. ΦΠΑ) σε ορισμένο χρονικό διάστημα