λαθρεπιβίβαση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαθρεπιβίβαση οι λαθρεπιβιβάσεις
      γενική της λαθρεπιβίβασης* των λαθρεπιβιβάσεων
    αιτιατική τη λαθρεπιβίβαση τις λαθρεπιβιβάσεις
     κλητική λαθρεπιβίβαση λαθρεπιβιβάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, λαθρεπιβιβάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

λαθρεπιβίβαση (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) < λαθρ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λαθρ- (νέα ελληνικά) + επιβίβαση

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησαβιβιπερθαλ

λαθρεπιβίβαση θηλυκό

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίσημοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λαθρ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)