λαθρομετανάστευση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λαθρομετανάστευση | οι | λαθρομεταναστεύσεις |
| γενική | της | λαθρομετανάστευσης | των | λαθρομεταναστεύσεων |
| αιτιατική | τη | λαθρομετανάστευση | τις | λαθρομεταναστεύσεις |
| κλητική | λαθρομετανάστευση | λαθρομεταναστεύσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- λαθρομετανάστευση < λαθρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λαθρο- (νέα ελληνικά) + μετανάστευση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησυετσανατεμορθαλ
λαθρομετανάστευση θηλυκό
Μεταφράσεις
λαθρομετανάστευση
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λαθρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)