λαθροϋλοτόμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η λαθροϋλοτόμος οι λαθροϋλοτόμοι
      γενική του/της λαθροϋλοτόμου των λαθροϋλοτόμων
    αιτιατική τον/τη λαθροϋλοτόμο τους/τις λαθροϋλοτόμους
     κλητική λαθροϋλοτόμε λαθροϋλοτόμοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

λαθροϋλοτόμος < λαθρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λαθρο- (νέα ελληνικά) υλοτόμος (-τόμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τόμος (νέα ελληνικά))

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομοτολυορθαλ

λαθροϋλοτόμος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομοτολυορθαλ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τόμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λαθρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)