λαϊκή ετυμολογία
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /la.iˈci e.ti.mo.loˈʝi.a/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐ϊ‐κή ε‐τυ‐μο‐λο‐γί‐α
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολομυτεηκιαλ
λαϊκή ετυμολογία θηλυκό (γλωσσολογίαΚατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά), λεξικογραφίαΚατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά))
- δημώδης, μη επιστημονική εξήγηση της προέλευσης ενός όρου, η οποία βασίζεται σε επιφανειακή ή εσφαλμένη σύνδεσή της με άλλο, γνωστότερο όρο και δεν γίνεται δεκτή από την επιστημονική ετυμολογία
- η γλωσσική μεταβολή λέξης (κυρίως δάνειας ή λόγιας), η οποία προκύπτει από εσφαλμένη ετυμολογική συσχέτισή της με άλλη, οικεία λέξη, με αποτέλεσμα την τροποποίηση της μορφής ή της σημασίας της
(σε δάνεια λέξη) γιουβαρλάκι < *γιουβαρελάκι (από το βαρέλι)
(σε λόγια λέξη) τένοντας < *τέντονας (από το τεντώνω)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
λαϊκή ετυμολογία
|
Αναφορές
- ↑ ετυμολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)