λαϊκή ετυμολογία

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

λαϊκή ετυμολογία < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Volksetymologie[1].

Προφορά

ΔΦΑ : /la.iˈci e.ti.mo.loˈʝi.a/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: λαϊκή ετυμολογία

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολομυτεηκιαλ

λαϊκή ετυμολογία θηλυκό (γλωσσολογίαΚατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά), λεξικογραφίαΚατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά))

  1. δημώδης, μη επιστημονική εξήγηση της προέλευσης ενός όρου, η οποία βασίζεται σε επιφανειακή ή εσφαλμένη σύνδεσή της με άλλο, γνωστότερο όρο και δεν γίνεται δεκτή από την επιστημονική ετυμολογία
  2. η γλωσσική μεταβολή λέξης (κυρίως δάνειας ή λόγιας), η οποία προκύπτει από εσφαλμένη ετυμολογική συσχέτισή της με άλλη, οικεία λέξη, με αποτέλεσμα την τροποποίηση της μορφής ή της σημασίας της
    παράδειγμα (σε δάνεια λέξη) γιουβαρλάκι < *γιουβαρελάκι (από το βαρέλι)
    παράδειγμα (σε λόγια λέξη) τένοντας < *τέντονας (από το τεντώνω)

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. ετυμολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιγολομυτεηκιαλ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)