λεξικογραφική μονάδα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- λεξικογραφική μονάδα < → δείτε τις λέξεις λεξικογραφικός και μονάδα
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αδανομηκιφαργοκιξελ
λεξικογραφική μονάδα
- (προγραμματισμόςΚατηγορία:Προγραμματισμός (νέα ελληνικά), πληροφορική-μεταγλώττισηΚατηγορία:Μεταγλώττιση - πληροφορική (νέα ελληνικά)) συνώνυμο του λεκτική μονάδα