λεπτογεύστης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λεπτογεύστης οι λεπτογεύστες
      γενική του λεπτογεύστη των λεπτογευστών
    αιτιατική τον λεπτογεύστη τους λεπτογεύστες
     κλητική λεπτογεύστη λεπτογεύστες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

λεπτογεύστης < λεξιπλασία του φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη σε βιβλίο του 1991[1]

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητσυεγοτπελ

λεπτογεύστης αρσενικό

Σημειώσεις

Αναφορές

  1. Παναξιώτης Κονδύλης, Ισχύς και απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, μετάφραση του συγγραφέα από την πρώτη γερμανική έκδοση [1984] (Αθήνα: Στιγμή, 1991), σ. 232.

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητσυεγοτπελ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)