λεπτόγραμμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λεπτόγραμμος η λεπτόγραμμη το λεπτόγραμμο
      γενική του λεπτόγραμμου της λεπτόγραμμης του λεπτόγραμμου
    αιτιατική τον λεπτόγραμμο τη λεπτόγραμμη το λεπτόγραμμο
     κλητική λεπτόγραμμε λεπτόγραμμη λεπτόγραμμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λεπτόγραμμοι οι λεπτόγραμμες τα λεπτόγραμμα
      γενική των λεπτόγραμμων των λεπτόγραμμων των λεπτόγραμμων
    αιτιατική τους λεπτόγραμμους τις λεπτόγραμμες τα λεπτόγραμμα
     κλητική λεπτόγραμμοι λεπτόγραμμες λεπτόγραμμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

λεπτόγραμμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) λεπτόγραμμος < λεπτό-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λεπτό- (νέα ελληνικά) + -γραμμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραμμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομμαργοτπελ

λεπτόγραμμος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που έχει χαραχθεί ή σχηματιστεί με λεπτές γραμμές
  2. (μεταφορικάΚατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά), για πρόσωπο) κομψός άνθρωπος,[1] λεπτοκαμωμένος· που έχει λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο[2]

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. Ηλίας Ιω. Καμπανάς, Μονοτονικό λεξικό της δημοτικής: ορθογραφικό, ερμηνευτικό, ετυμολογικό (Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Καμπανά, 1990.)
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.



Αρχαία ελληνικά (grc)

 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / λεπτόγραμμος τὸ λεπτόγραμμον
      γενική τοῦ/τῆς λεπτογράμμου τοῦ λεπτογράμμου
      δοτική τῷ/τῇ λεπτογράμμ τῷ λεπτογράμμ
    αιτιατική τὸν/τὴν λεπτόγραμμον τὸ λεπτόγραμμον
     κλητική ! λεπτόγραμμε λεπτόγραμμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ λεπτόγραμμοι τὰ λεπτόγραμμ
      γενική τῶν λεπτογράμμων τῶν λεπτογράμμων
      δοτική τοῖς/ταῖς λεπτογράμμοις τοῖς λεπτογράμμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς λεπτογράμμους τὰ λεπτόγραμμ
     κλητική ! λεπτόγραμμοι λεπτόγραμμ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λεπτογράμμω τὼ λεπτογράμμω
      γεν-δοτ τοῖν λεπτογράμμοιν τοῖν λεπτογράμμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

λεπτόγραμμος < (αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή) λεπτόςΚατηγορία:Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)) λεπτό-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λεπτό- (ελληνιστική κοινή) + -γραμμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραμμος (ελληνιστική κοινή) (γραμμή)

ΕπίθετοΚατηγορία:Ελληνιστική κοινήΚατηγορία:Επίθετα (ελληνιστική κοινή)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σομμαργοτπελ

λεπτόγραμμος, -ος, -ον

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Επίθετα (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραμμος (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραμμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λεπτό- (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα λεπτό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)