λιανοχορταρούδια
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- λιανοχορταρούδια < λιαν(ά) + -ο- + χορτάρ(ια) + -ούδια
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιδυορατροχοναιλ
λιανοχορταρούδια
- αδύναμη χλόη στο έδαφος, χρησιμοποιείται ως λέξη στο ομώνυμο παραδοσιακό θρακιώτικο τραγούδι
Μεταφράσεις
λιανοχορταρούδια
|
|