λιγνιτοπαραγωγή
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- λιγνιτοπαραγωγή < λιγνίτης + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + παραγωγή
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηγωγαραποτινγιλ
λιγνιτοπαραγωγή θηλυκό
Μεταφράσεις
λιγνιτοπαραγωγή
|
|