μέγιστος κοινός διαιρέτης
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητεριαιδσονιοκσοτσιγεμ
μέγιστος κοινός διαιρέτης ουδέτερο
- (μαθηματικά)Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά) ο μεγαλύτερος θετικός ακέραιος αριθμός που διαιρεί δύο ή περισσότερους αριθμούς χωρίς να αφήνει υπόλοιπο
- συντομογραφία: ΜΚΔ
Δείτε επίσης
- κοινός διαιρέτης
- ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο (ΕΚΠ)
- Μαθηματικά Α' Γυμνασίου, 1.5. ΕΚΠ και ΜΔΚ, χ.χ., πρόσβαση:2024.12.06.
- Μαθηματικά Γ' Γυμνασίου, 1.8. ΕΚΠ και ΜΚΔ, χ.χ., πρόσβαση:2024.12.06.
Μεταφράσεις
μέγιστος κοινός διαιρέτης