μαγαζάτορας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαροταζαγαμ
μαγαζάτορας αρσενικό
- (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) «Που αγόρασες το πουκάμισο είπες;» / «Σε ένα μαγαζί». / «Και ποιός σ' το πούλησε εκεί; Ο ιδιοκτήτης, ο μαγαζάτορας;» (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
μαγαζάτορας
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -άτορας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)