μαγκουροφόρος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαγκουροφόρος οι μαγκουροφόροι
      γενική του μαγκουροφόρου των μαγκουροφόρων
    αιτιατική τον μαγκουροφόρο τους μαγκουροφόρους
     κλητική μαγκουροφόρε μαγκουροφόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μαγκουροφόρος < μαγκούρ(α) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -φόροςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά) <φέρω

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροφορυοκγαμ

μαγκουροφόρος αρσενικό

  • όρος που χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα αλλά και στη δεκαετία του 60 για εκείνους που ανήκαν στο παρακράτος και για να τρομοκρατούν κυκλοφορούσαν με όπλο ρόπαλα και μαγκούρες -το 1901 ειχαν γίνει αιτία να ψηφιστεί νόμος που να επιτρέπει τις μαγκούρες μόνον στους άνω των 60 ετών.

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοροφορυοκγαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)