μαθηματικοποιώ

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

μαθηματικοποιώ < μαθηματικά + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποιώΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) mathematize)

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωιοποκιταμηθαμ

μαθηματικοποιώ θηλυκό

Συγγενικά

Κλίση

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωιοποκιταμηθαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ» Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)