μακριά γαϊδούρα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αρυοδιαγαιρκαμ
μακριά γαϊδούρα θηλυκό
- παρεΐστικο ομαδικό παιχνίδιΚατηγορία:Παιχνίδια (νέα ελληνικά)
Άλλες μορφές
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
μακριά γαϊδούρα
|
|