μακροβιότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μακροβιότητα < μακρόβιος + -ότητα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοιβορκαμ
μακροβιότητα θηλυκό
- η ιδιότητα του μακρόβιου, το να ζει κανείς για πολλά χρόνια
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)