μακρολέλεκας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μακρολέλεκας οι μακρολέλεκες
      γενική του μακρολέλεκα των μακρολελέκων
    αιτιατική τον μακρολέλεκα τους μακρολέλεκες
     κλητική μακρολέλεκα μακρολέλεκες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μακρολέλεκας < μακρός + λέλεκας

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακελελορκαμ

μακρολέλεκας αρσενικό

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σακελελορκαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σκωπτικοί όροι (νέα ελληνικά)