μαλακή υπερώα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μαλακή υπερώα | ||
| γενική | της | μαλακής υπερώας | ||
| αιτιατική | τη | μαλακή υπερώα | ||
| κλητική | μαλακή υπερώα | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αωρεπυηκαλαμ
μαλακή υπερώα θηλυκό
- (ανατομία)Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά) άλλη μορφή του μαλθακή υπερώα· ο μαλακός ιστός στο πίσω μέρος του επάνω τμήματος του στόματος
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
μαλακή υπερώα
|
→ δείτε μαλθακή υπερώα |
Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)