μαλακτικότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαλακτικότητα οι μαλακτικότητες
      γενική της μαλακτικότητας των μαλακτικοτήτων
    αιτιατική τη μαλακτικότητα τις μαλακτικότητες
     κλητική μαλακτικότητα μαλακτικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μαλακτικότητα < καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) μαλακτικότης < μαλακτικός

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιτκαλαμ

μαλακτικότητα θηλυκό

  • η ιδιότητα του να καθιστά κάτι ή κάποιος μια άλλη ουσία πιο μαλακή

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητοκιτκαλαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)