μαλλιαροκομμουνισμός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαλλιαροκομμουνισμός οι μαλλιαροκομμουνισμοί
      γενική του μαλλιαροκομμουνισμού των μαλλιαροκομμουνισμών
    αιτιατική τον μαλλιαροκομμουνισμό τους μαλλιαροκομμουνισμούς
     κλητική μαλλιαροκομμουνισμέ μαλλιαροκομμουνισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μαλλιαροκομμουνισμός < μαλλιαρ(ισμός) + ο + κομμουνισμός

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσινυομμοκοραιλλαμ

μαλλιαροκομμουνισμός αρσενικό

Συγγενικά

Σημειώσεις

  • περιπαικτικός και εκφοβιστικός όρος που επινοήθηκε στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1920 από συντηρητικούς εχθρούς της δημοτικής γλώσσας και της φιλελεύθερης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917, προκειμένου να τονίσουν την -τουλάχιστον κατά τους ίδιους- εγγενή σύνδεση του κινήματος του δημοτικισμού με τις κοινωνικά ανατρεπτικές ιδέες και πολιτικές πρακτικές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομσινυομμοκοραιλλαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιστορία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)