μαργαριταρένιος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μαργαριταρένιος < μαργαριτάρ(ι) + -ένιοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ένιος (νέα ελληνικά) (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) μαργαριταρένιος (στολισμένος με μαργαριτάρια) [1]
Προφορά
- ΔΦΑ : /maɾ.ɣa.ɾi.taˈɾe.ɲos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μαρ‐γα‐ρι‐τα‐ρέ‐νιος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοινερατιραγραμ
μαργαριταρένιος
- (κυρίως κόσμημαΚατηγορία:Κοσμήματα (νέα ελληνικά)) που είναι φτιαγμένος από μαργαριτάρια ή που έχει εμφάνιση παρόμοια με μαργαριτάρι
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια , τὰ κουτάλια ἀσημένια, τὰ περούνια ἀτσαλένια, τὰ μαχαίρια μεταλλένια, τὰ ποτήρια κρουσταλλένια καὶ τὰ χέρια ποῦ τὴ στρώνουν μαργαριταρένια (Εὐστ . Γ . Πολίτου , Ο γάμος ἐν Λευκάδι, σελ. 317 στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, τύποις Σακελλαρίου, 1909 )
- → δείτε και τη λέξη μαργαριταρένια (θηλυκό)
Μεταφράσεις
Αναφορές
- ↑ μαργαριταρένιος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
Ετυμολογία
- μαργαριταρένιος < μαργαριτάρ(ιον) + -ένιοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ένιος (μεσαιωνικά ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)#σοινερατιραγραμ
μαργαριταρένιος
- στολισμένος με μαργραριτάρια
σέλαν μαραγαριταρένιαν
Άλλες μορφές
Κλιτικοί τύποι
- μαργαριταρένια (θηλυκό)
- μαργαριταρένιαν (θηλυκό, αιτιατική ενικού)
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη μαργαριτάριον
Πηγές
- μαργαριταρένιος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα]. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοινερατιραγραμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κοσμήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ένιος (μεσαιωνικά ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ένιος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικά
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)