μαστιγομύκητας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατηκυμογιτσαμ
μαστιγομύκητας αρσενικό
- (βιολογία)Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) μικροοργανισμός που ανήκει στην ομάδα των πρώιμων μυκήτων και χαρακτηρίζεται από την παρουσία μαστιγίου σε κάποια στάδια του κύκλου ζωής του, συχνά απαντώμενος σε υδάτινα περιβάλλοντα ή ως φυτοπαθογόνος οργανισμός
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Σχηματισμός ριζοειδών παρατηρείται αποκλειστικά σε κατώτερους μύκητες (Μαστιγομύκητες, Ζυγομύκητες) τόσο σε παρασιτικά όσο και σε σαπροφυτικά είδη (Κ. Κουτσουμανής, Συμπληρωματικές Σημειώσεις Γενικής Μικροβιολογίας, Γενική Μικροβιολογία, Διάλεξη 5, «Μύκητες», ΑΠΘ, Γεωπονική Σχολή, Θεσσαλονίκη, 2011 )
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
μαστιγομύκητας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)