μαυροσταχτάρα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μαυροσταχτάρα | οι | μαυροσταχτάρες |
| γενική | της | μαυροσταχτάρας | — | |
| αιτιατική | τη | μαυροσταχτάρα | τις | μαυροσταχτάρες |
| κλητική | μαυροσταχτάρα | μαυροσταχτάρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- μαυροσταχτάρα < → λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Μορφολογικά αναλύεται σε μαυρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μαυρο- (νέα ελληνικά) + στάχτη ή σταχτ(ής) + -άραΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -άρα (νέα ελληνικά).
Προφορά
- ΔΦΑ : /ma.vɾo.staˈxta.ɾa/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μαυ‐ρο‐στα‐χτά‐ρα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αρατχατσορυαμ
μαυροσταχτάρα θηλυκό
- (πτηνό)Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) κοινή ονομασία για αποδημητικό πουλί του είδους Apus apus (λατινική apus < αρχαία ελληνική ἄπους (χωρίς πόδια) εξαιτίας των μικρών ποδιών της)
Άλλες μορφές
- μαυροσταχτούρα (δείτε και το επώνυμο Σταχτούρης)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αρατχατσορυαμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -άρα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μαυρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)