μεγαλοεπιχειρηματίας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | μεγαλοεπιχειρηματίας | οι | μεγαλοεπιχειρηματίες |
| γενική | του/της | μεγαλοεπιχειρηματία | των | μεγαλοεπιχειρηματιών |
| αιτιατική | τον/τη | μεγαλοεπιχειρηματία | τους/τις | μεγαλοεπιχειρηματίες |
| κλητική | μεγαλοεπιχειρηματία | μεγαλοεπιχειρηματίες | ||
| Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας. Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «ταμίας». | ||||
| Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- μεγαλοεπιχειρηματίας < μεγάλος + επιχειρηματίας
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιταμηριεχιπεολαγεμ
μεγαλοεπιχειρηματίας αρσενικό ή θηλυκό
- άτομο με επιχειρηματικές δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας, που συνήθως δραστηριοποιείται παράλληλα σε διάφορους κλάδους
Συγγενικά
Μεταφράσεις
μεγαλοεπιχειρηματίας
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση
Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ταμίας' (νέα ελληνικά)