μεγαλοπραγμονώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μεγαλοπραγμονώ < μεγαλοπράγμων + -ώΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώ (νέα ελληνικά)
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωνομγαρπολαγεμ
μεγαλοπραγμονώ
- (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)) είμαι μεγαλοπράγμων
Συγγενικά
Μεταφράσεις
μεγαλοπραγμονώ
|
|