μερεμέτισμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μερεμέτισμα τα μερεμετίσματα
      γενική του μερεμετίσματος των μερεμετισμάτων
    αιτιατική το μερεμέτισμα τα μερεμετίσματα
     κλητική μερεμέτισμα μερεμετίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μερεμέτισμα < μερεμετίζω + -μαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά) < τουρκική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) meremet < αραβική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά) مرمّت (murammat)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμσιτεμερεμ

μερεμέτισμα ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αμσιτεμερεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)