μεσομακροπρόθεσμα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μεσομακροπρόθεσμα < μεσομακροπρόθεσμος + -αΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμσεθορπορκαμοσεμ
μεσομακροπρόθεσμα
Μεταφράσεις
μεσομακροπρόθεσμα
|
|