μεσοπελαγικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεσοπελαγικός η μεσοπελαγική το μεσοπελαγικό
      γενική του μεσοπελαγικού της μεσοπελαγικής του μεσοπελαγικού
    αιτιατική τον μεσοπελαγικό τη μεσοπελαγική το μεσοπελαγικό
     κλητική μεσοπελαγικέ μεσοπελαγική μεσοπελαγικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεσοπελαγικοί οι μεσοπελαγικές τα μεσοπελαγικά
      γενική των μεσοπελαγικών των μεσοπελαγικών των μεσοπελαγικών
    αιτιατική τους μεσοπελαγικούς τις μεσοπελαγικές τα μεσοπελαγικά
     κλητική μεσοπελαγικοί μεσοπελαγικές μεσοπελαγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεσοπελαγικός < μεσο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μεσο- (νέα ελληνικά) + πελαγικός Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /me.so.pe.la.ʝiˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεσοπελαγικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγαλεποσεμ

μεσοπελαγικός, -ή, -ό

  1. που ζει στα μέσα βάθη της θάλασσας ή σχετίζεται με αυτά
  2. (θαλάσσια διαστρωμάτωση) χαρακτηρισμός θαλάσσιας ζώνης λόγω του βάθους της: μεσοπελαγική ζώνη θεωρείται η ζώνη στα βάθη από 200-1.000 μέτρα[1]

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγαλεποσεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μεσο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά