μεταγενέστερος

Νέα ελληνικά (el)

χωρίς άρθρο, συγκριτικός βαθμός
με το άρθρο, σχετικός υπερθετικός βαθμός
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταγενέστερος η μεταγενέστερη το μεταγενέστερο
      γενική του μεταγενέστερου της μεταγενέστερης του μεταγενέστερου
    αιτιατική τον μεταγενέστερο τη μεταγενέστερη το μεταγενέστερο
     κλητική μεταγενέστερε μεταγενέστερη μεταγενέστερο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταγενέστεροι οι μεταγενέστερες τα μεταγενέστερα
      γενική των μεταγενέστερων των μεταγενέστερων των μεταγενέστερων
    αιτιατική τους μεταγενέστερους τις μεταγενέστερες τα μεταγενέστερα
     κλητική μεταγενέστεροι μεταγενέστερες μεταγενέστερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταγενέστερος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) μεταγενέστερος, συγκριτικός βαθμός του επιθέτου μεταγενής

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σορετσενεγατεμ

μεταγενέστερος, -η, -ο

  1. αυτός που προέκυψε, δημιουργήθηκε, γεννήθηκε, έζησε, γράφτηκε, έδρασε κ.λπ. μετά από μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία είτε αναφέρεται ρητά ή θεωρείται ευκόλως εννοούμενη στο πλαίσιο των συμφραζομένων
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)
    παράδειγμα  ο Επίκτητος ήταν μεταγενέστερος του Ζήνωνα του Στωϊκού (γεννήθηκε πολύ αργότερα ή ανήκε απλώς στην επόμενη γενιά)
     αντώνυμα:: προγενέστερος, παλαιότερος
  2. (λεξικογραφίαΚατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά), φιλολογίαΚατηγορία:Φιλολογία (νέα ελληνικά)) δείτε το θηλυκό μεταγενεστέρα, μεταγενέστερη: συνώνυμο του ελληνιστική κοινή γλώσσα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σορετσενεγατεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φιλολογία (νέα ελληνικά)