μεταγλωσσογράφος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η μεταγλωσσογράφος οι μεταγλωσσογράφοι
      γενική του/της μεταγλωσσογράφου των μεταγλωσσογράφων
    αιτιατική τον/τη μεταγλωσσογράφο τους/τις μεταγλωσσογράφους
     κλητική μεταγλωσσογράφε μεταγλωσσογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταγλωσσογράφος < μετα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά) + γλωσσογράφος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφαργοσσωλγατεμ

μεταγλωσσογράφος αρσενικό

  • νομικοί ερευνητές και σχολιαστές του Ρωμαϊκού Δικαίου κατά τον 13ο αιώνα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφαργοσσωλγατεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)