μεταδημοτεύω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωυετομηδατεμ
μεταδημοτεύω
Συγγενικά
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μεταδημοτεύω | μεταδημότευα | θα μεταδημοτεύω | να μεταδημοτεύω | μεταδημοτεύοντας | |
| β' ενικ. | μεταδημοτεύεις | μεταδημότευες | θα μεταδημοτεύεις | να μεταδημοτεύεις | μεταδημότευε | |
| γ' ενικ. | μεταδημοτεύει | μεταδημότευε | θα μεταδημοτεύει | να μεταδημοτεύει | ||
| α' πληθ. | μεταδημοτεύουμε | μεταδημοτεύαμε | θα μεταδημοτεύουμε | να μεταδημοτεύουμε | ||
| β' πληθ. | μεταδημοτεύετε | μεταδημοτεύατε | θα μεταδημοτεύετε | να μεταδημοτεύετε | μεταδημοτεύετε | |
| γ' πληθ. | μεταδημοτεύουν(ε) | μεταδημότευαν μεταδημοτεύαν(ε) |
θα μεταδημοτεύουν(ε) | να μεταδημοτεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μεταδημότευσα | θα μεταδημοτεύσω | να μεταδημοτεύσω | μεταδημοτεύσει | ||
| β' ενικ. | μεταδημότευσες | θα μεταδημοτεύσεις | να μεταδημοτεύσεις | μεταδημότευσε | ||
| γ' ενικ. | μεταδημότευσε | θα μεταδημοτεύσει | να μεταδημοτεύσει | |||
| α' πληθ. | μεταδημοτεύσαμε | θα μεταδημοτεύσουμε | να μεταδημοτεύσουμε | |||
| β' πληθ. | μεταδημοτεύσατε | θα μεταδημοτεύσετε | να μεταδημοτεύσετε | μεταδημοτεύστε | ||
| γ' πληθ. | μεταδημότευσαν μεταδημοτεύσαν(ε) |
θα μεταδημοτεύσουν(ε) | να μεταδημοτεύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μεταδημοτεύσει | είχα μεταδημοτεύσει | θα έχω μεταδημοτεύσει | να έχω μεταδημοτεύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μεταδημοτεύσει | είχες μεταδημοτεύσει | θα έχεις μεταδημοτεύσει | να έχεις μεταδημοτεύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μεταδημοτεύσει | είχε μεταδημοτεύσει | θα έχει μεταδημοτεύσει | να έχει μεταδημοτεύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μεταδημοτεύσει | είχαμε μεταδημοτεύσει | θα έχουμε μεταδημοτεύσει | να έχουμε μεταδημοτεύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μεταδημοτεύσει | είχατε μεταδημοτεύσει | θα έχετε μεταδημοτεύσει | να έχετε μεταδημοτεύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μεταδημοτεύσει | είχαν μεταδημοτεύσει | θα έχουν μεταδημοτεύσει | να έχουν μεταδημοτεύσει |
| |
Μεταφράσεις
μεταδημοτεύω
|
|