μεταλλαγμένα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | μεταλλαγμένα | ||
| γενική | των | μεταλλαγμένων | ||
| αιτιατική | τα | μεταλλαγμένα | ||
| κλητική | μεταλλαγμένα | |||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- μεταλλαγμένα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μεταλλαγμένος στον πληθυντικό
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ανεμγαλλατεμ
μεταλλαγμένα ουδέτερο στον πληθυντικό
- τρόφιμα που έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση ή κάποιου είδους παρέμβαση στο γονιδίωμά τους
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Το θέλημα του Ζοζέ Μπαρόζο, να ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες της Ε.Ε. στα μεταλλαγμένα, ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που αναμένεται να εγκρίνει την καλλιέργεια του καλαμποκιού με τον κωδικό «1507». Τα «λεφτά είναι πολλά». (εφημερίδα enet.gr)
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Τα μεταλλαγμένα είναι ζωντανοί οργανισμοί, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί στο εργαστήριο και δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν με φυσικό τρόπο. Η Greenpeace αντιτίθεται στην απελευθέρωση των μεταλλαγμένων οργανισμών στο περιβάλλον, διότι οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι είναι ανυπολόγιστοι και μη αναστρέψιμοι και υποστηρίζει τη βιώσιμη γεωργία, ως τη μόνη λύση που διασφαλίζει καθαρή τροφή και καλλιέργειες, προστατεύει το έδαφος, το νερό και το κλίμα, σέβεται τη βιοποικιλότητα και δεν επιμολύνει το περιβάλλον με χημικά και μεταλλαγμένα. (@greenpeace.org)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
μεταλλαγμένα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)