μεταλλαγμένα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα μεταλλαγμένα
      γενική των μεταλλαγμένων
    αιτιατική τα μεταλλαγμένα
     κλητική μεταλλαγμένα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταλλαγμένα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μεταλλαγμένος στον πληθυντικό

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ανεμγαλλατεμ

μεταλλαγμένα ουδέτερο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ανεμγαλλατεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' στον πληθυντικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)