μεταμορφωτής
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μεταμορφωτής < μεταμορφώνω + -τήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητωφροματεμ
μεταμορφωτής αρσενικό θηλυκό: μεταμορφώτρια / μεταμορφώτρα)
- (κυριολεκτικά, μεταφορικάΚατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)) αυτός που μεταμορφώνει
- (παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά), ηλεκτρολογίαΚατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)) μετασχηματιστής
Μεταφράσεις
μεταμορφωτής
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)