μεταμορφωτής

Δείτε επίσης: αναμορφωτής, μεταμορφώσιμος, μεταμορφωτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεταμορφωτής οι μεταμορφωτές
      γενική του μεταμορφωτή των μεταμορφωτών
    αιτιατική τον μεταμορφωτή τους μεταμορφωτές
     κλητική μεταμορφωτή μεταμορφωτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταμορφωτής < μεταμορφώνω + -τήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητωφροματεμ

μεταμορφωτής αρσενικό θηλυκό: μεταμορφώτρια / μεταμορφώτρα)

  1. (κυριολεκτικά, μεταφορικάΚατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)) αυτός που μεταμορφώνει
  2. (παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά), ηλεκτρολογίαΚατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)) μετασχηματιστής

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητωφροματεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)