μεταπτυχιούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η μεταπτυχιούχος οι μεταπτυχιούχοι
      γενική του/της μεταπτυχιούχου των μεταπτυχιούχων
    αιτιατική τον/τη μεταπτυχιούχο τους/τις μεταπτυχιούχους
     κλητική μεταπτυχιούχε μεταπτυχιούχοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταπτυχιούχος < μετα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά) + πτυχιούχοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιχυτπατεμ

μεταπτυχιούχος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοιχυτπατεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)