μεταρρυθμισμός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μεταρρυθμισμός < μεταρρύθμιση + -μόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μός (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιμθυρρατεμ
μεταρρυθμισμός αρσενικό
Μεταφράσεις
μεταρρυθμισμός
|
|