μεταφυτεύσιμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταφυτεύσιμος η μεταφυτεύσιμη το μεταφυτεύσιμο
      γενική του μεταφυτεύσιμου της μεταφυτεύσιμης του μεταφυτεύσιμου
    αιτιατική τον μεταφυτεύσιμο τη μεταφυτεύσιμη το μεταφυτεύσιμο
     κλητική μεταφυτεύσιμε μεταφυτεύσιμη μεταφυτεύσιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταφυτεύσιμοι οι μεταφυτεύσιμες τα μεταφυτεύσιμα
      γενική των μεταφυτεύσιμων των μεταφυτεύσιμων των μεταφυτεύσιμων
    αιτιατική τους μεταφυτεύσιμους τις μεταφυτεύσιμες τα μεταφυτεύσιμα
     κλητική μεταφυτεύσιμοι μεταφυτεύσιμες μεταφυτεύσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταφυτεύσιμος < μεταφυτεύω + -σιμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σιμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομισυετυφατεμ

μεταφυτεύσιμος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομισυετυφατεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σιμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά