μετεπιβιβάζω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μετεπιβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) μετεπιβιβάζω < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) reembark[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε μετ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετ- (νέα ελληνικά) + επι-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επι- (νέα ελληνικά) + βιβάζω.
Προφορά
- ΔΦΑ : /me.te.pi.viˈva.zo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τε‐πι‐βι‐βά‐ζω
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζαβιβιπετεμ
μετεπιβιβάζω, παθ.φωνή: μετεπιβιβάζομαι
- επιβιβάζω κάποιον σε άλλο μέσο μεταφοράςς
Παράγωγα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μετεπιβιβάζω | μετεπιβίβαζα | θα μετεπιβιβάζω | να μετεπιβιβάζω | μετεπιβιβάζοντας | |
| β' ενικ. | μετεπιβιβάζεις | μετεπιβίβαζες | θα μετεπιβιβάζεις | να μετεπιβιβάζεις | μετεπιβίβαζε | |
| γ' ενικ. | μετεπιβιβάζει | μετεπιβίβαζε | θα μετεπιβιβάζει | να μετεπιβιβάζει | ||
| α' πληθ. | μετεπιβιβάζουμε | μετεπιβιβάζαμε | θα μετεπιβιβάζουμε | να μετεπιβιβάζουμε | ||
| β' πληθ. | μετεπιβιβάζετε | μετεπιβιβάζατε | θα μετεπιβιβάζετε | να μετεπιβιβάζετε | μετεπιβιβάζετε | |
| γ' πληθ. | μετεπιβιβάζουν(ε) | μετεπιβίβαζαν μετεπιβιβάζαν(ε) |
θα μετεπιβιβάζουν(ε) | να μετεπιβιβάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μετεπιβίβασα | θα μετεπιβιβάσω | να μετεπιβιβάσω | μετεπιβιβάσει | ||
| β' ενικ. | μετεπιβίβασες | θα μετεπιβιβάσεις | να μετεπιβιβάσεις | μετεπιβίβασε | ||
| γ' ενικ. | μετεπιβίβασε | θα μετεπιβιβάσει | να μετεπιβιβάσει | |||
| α' πληθ. | μετεπιβιβάσαμε | θα μετεπιβιβάσουμε | να μετεπιβιβάσουμε | |||
| β' πληθ. | μετεπιβιβάσατε | θα μετεπιβιβάσετε | να μετεπιβιβάσετε | μετεπιβιβάστε | ||
| γ' πληθ. | μετεπιβίβασαν μετεπιβιβάσαν(ε) |
θα μετεπιβιβάσουν(ε) | να μετεπιβιβάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μετεπιβιβάσει | είχα μετεπιβιβάσει | θα έχω μετεπιβιβάσει | να έχω μετεπιβιβάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μετεπιβιβάσει | είχες μετεπιβιβάσει | θα έχεις μετεπιβιβάσει | να έχεις μετεπιβιβάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μετεπιβιβάσει | είχε μετεπιβιβάσει | θα έχει μετεπιβιβάσει | να έχει μετεπιβιβάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μετεπιβιβάσει | είχαμε μετεπιβιβάσει | θα έχουμε μετεπιβιβάσει | να έχουμε μετεπιβιβάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μετεπιβιβάσει | είχατε μετεπιβιβάσει | θα έχετε μετεπιβιβάσει | να έχετε μετεπιβιβάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μετεπιβιβάσει | είχαν μετεπιβιβάσει | θα έχουν μετεπιβιβάσει | να έχουν μετεπιβιβάσει |
| |
Μεταφράσεις
Αναφορές
- ↑ μετεπιβιβάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
- μετεπιβιβάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωζαβιβιπετεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επι- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)