μετευρετική
Νέα ελληνικά (el)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιτερυετεμ
θηλυκό - (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά), (μαθηματικά)Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- υπολογιστική μέθοδος ταχείας επίλυσης-εύρεσης
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο - (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά), (μαθηματικά)Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- που έχει σχέση με υπολογιστική μέθοδο ταχείας επίλυσης-εύρεσης