μικροδορυφόρος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μικροδορυφόρος οι μικροδορυφόροι
      γενική του μικροδορυφόρου των μικροδορυφόρων
    αιτιατική τον μικροδορυφόρο τους μικροδορυφόρους
     κλητική μικροδορυφόρε μικροδορυφόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μικροδορυφόρος < μικρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) + δορυφόρος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) microsatellite)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροφυροδορκιμ

μικροδορυφόρος αρσενικό

  1. δορυφόρος πολύ μικρών διαστάσεων
  2. τεχνητός δορυφόρος μάζας μεταξύ 10 και 100 κιλών
  3. (βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά), γενετικήΚατηγορία:Γενετική (νέα ελληνικά)) σύστημα επαναλαμβανόμενων μοτίβων DNA

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοροφυροδορκιμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γενετική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)