μικροεγκληματίας
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μικροεγκληματίας < → λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιταμηλκγεορκιμ
μικροεγκληματίας αρσενικό
- μικροαπατεώνας, εμπλεκόμενος σε μικρής σημασίας αδίκημα (π.χ. μικροκλοπή)
Μεταφράσεις
μικροεγκληματίας
|
|