μικροεπέμβαση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μικροεπέμβαση οι μικροεπεμβάσεις
      γενική της μικροεπέμβασης* των μικροεπεμβάσεων
    αιτιατική τη μικροεπέμβαση τις μικροεπεμβάσεις
     κλητική μικροεπέμβαση μικροεπεμβάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, μικροεπεμβάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μικροεπέμβαση < μικρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) + επέμβαση

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησαβμεπεορκιμ

μικροεπέμβαση θηλυκό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησαβμεπεορκιμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)