μικροεπεμβατικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μικροεπεμβατικός η μικροεπεμβατική το μικροεπεμβατικό
      γενική του μικροεπεμβατικού της μικροεπεμβατικής του μικροεπεμβατικού
    αιτιατική τον μικροεπεμβατικό τη μικροεπεμβατική το μικροεπεμβατικό
     κλητική μικροεπεμβατικέ μικροεπεμβατική μικροεπεμβατικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μικροεπεμβατικοί οι μικροεπεμβατικές τα μικροεπεμβατικά
      γενική των μικροεπεμβατικών των μικροεπεμβατικών των μικροεπεμβατικών
    αιτιατική τους μικροεπεμβατικούς τις μικροεπεμβατικές τα μικροεπεμβατικά
     κλητική μικροεπεμβατικοί μικροεπεμβατικές μικροεπεμβατικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μικροεπεμβατικός < μικροεπέμβαση + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταβμεπεορκιμ

μικροεπεμβατικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταβμεπεορκιμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά