μικρομεταρρύθμιση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μικρομεταρρύθμιση | οι | μικρομεταρρυθμίσεις |
| γενική | της | μικρομεταρρύθμισης* | των | μικρομεταρρυθμίσεων |
| αιτιατική | τη | μικρομεταρρύθμιση | τις | μικρομεταρρυθμίσεις |
| κλητική | μικρομεταρρύθμιση | μικρομεταρρυθμίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, μικρομεταρρυθμίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- μικρομεταρρύθμιση < μικρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) + μεταρρύθμιση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησιμθυρρατεμορκιμ
μικρομεταρρύθμιση θηλυκό
- μικρή σε έκταση ή σε σημασία μεταρρύθμιση
Μεταφράσεις
μικρομεταρρύθμιση
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)